Ακτούντα Αγίου Βασιλείου, Ν. Ρεθύμνου

Τα Ακτούντα είναι ένα μικρό γραφικό χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Είναι κτισμένο σε  υψόμετρο 640 μ. και απέχει 35 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο. Έχει άφθονο νερό λόγω της υψηλής τοποθεσίας του, ενώ με γυμνό μάτι μπορεί κανείς να δει τα Λευκά Όρη και το Ακρωτήριο των Χανίων και από τα ανατολικά φαίνεται ο Κάμπος της Μεσσαράς και το όρος Κόφινα,

 

Υπάγεται στην κοινότητα Αρδάκτου και βρίσκεται δύο χιλιόμετρα νότια από τον κεντρικό δρόμο Ρεθύμνου - Αγίας Γαλήνης. Κατά την τελευταία απογραφή είχε 90 κατοίκους.

 

Για τη σημερινή ονομασία του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη αναφέρει ότι το χωριό παλαιότερα ονομάζονταν «Ακτίς» «Ακτούς» άρα «Ακτούντα». Η δεύτερη αναφέρει ότι πήρε το όνομα του από τα κουτούντα (κεραμίδια) που κατασκευάζονταν εδώ. Η τρίτη εκδοχή, αν και είναι πιο άγνωστη στους περισσότερους, είναι και η πιο πιθανή, εκφράζει ότι περίπου στις αρχές της τουρκοκρατίας ένας ξένος γραμματιζούμενος, ίσως Τούρκος, όταν πήγε στο χωριό και είδε τη θέα και το μεγαλείο φώναξε «Αχ, τί ναι τούτα!», απ' όπου το «Ακτούντα».

 

Προστάτης του χωριού είναι η εκκλησία Ευαγγελίστρια που βρίσκεται βορειοανατολικά του χωριού και είναι διμάρτυρη. Στην ίδια περίπου σειρά βρίσκεται και η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου που από τη δεξιά της πλευρά αγκαλιάζει ένας πανύψηλος υπεραιώνιος γεροπρίνος. Στην εκκλησία αυτή, όπως πληροφορούμαστε από την παράδοση και τις τοπικές ιστορίες, ήρθε μια γυναίκα δαιμονισμένη για να προσευχηθεί στη χάρη της Παναγίας και να τη βοηθήσει. Πραγματικά ύστερα από λίγο καιρό η δαιμονι­σμένη έγινε τελείως καλά και για να προσφέρει στην εκκλησία τις υπηρεσίες της παρέμεινε σε ένα κελί δίπλα στο Ναό που η ίδια έκτισε μέχρι το θάνατο της.

 

Λίγο παρακάτω δεσπόζει η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Είναι μικρή και περιτριγυρίζεται από κυπαρίσσια, σαν να είναι φυτεμένη στο χωράφι της.

 

Έξω από το χωριό βρίσκεται το ξωκλήσι του Σωτήρα Χριστού, λίγο πιο πάνω από τη φυσική τρεχούμενη βρύση του λιβαδιού. Γιορτάζει τριάντα μέρες μετά το Πάσχα.

 

Είναι γεγονός ότι κατά τη εκτέλεση εργασιών συντήρησης και τσιμεντόστρωσης του περιβόλου των παραπάνω εκκλησιών βρέθηκαν αρκετοί ανθρώπινοι σκελετοί θαμμένοι μέσα στο χώμα γύρω γύρω από τις εκκλησίες, πράγμα που μαρτυρεί ότι παλαιότερα ήταν κοιμητήρια.

 

Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η ετήσια παραγωγή λαδιού ανέρχεται στους 26 τόνους και κρασιού στους 8 τόνους. Εδώ αποστάζεται και η καλύτερη ποιότητα μουρνόρακης, που χρησιμοποιείται για φάρμακο.

 

Το χωριό κατά το 1912 - 1913 και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πρόσφερε πολύτιμη βοήθεια στους αγώνες για τη λευτεριά. Μερικοί από τους πεσόντες, που τα ονόματα τους αναγράφονται στο ηρώο του χωριού είναι οι: Γεώργιος Ν. Παπαγιαννάκης (1922), Σπύρος Γ. Παπαδάκης (1912-΄13). Ανδρέας Παπαγιαννάκης (1918), Ιωάννης Ν. Καραβίτης (1920), Στράτος Παπαδάκης (1944). Δημητρακάκης (1941) και άλλοι.

Περιοχή: