Ακούμια Αγίου Βασιλείου, Ν. Ρεθύμνου

Tο χωριό Ακούμια, που λέγεται και Κούμια, ανήκει στην επαρχία του Αγίου Βασιλείου. Βρίσκεται 39 χμ. νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου, σε  υψόμετρο 525 μ., με 825 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 1981. Είναι κτισμένο στις βόρειες πλαγιές του βουνού Σιδερώτα. Η περιφέρεια του χωριού είναι πετρώδης. Από εκεί  πηγάζει και ο ποταμός Ακουμιανός που χύνεται κοντά στο ακρωτήρι Μέλισσα, το αρχαίο Ψύχιο. Σε απόσταση 6 χλμ από το χωριό βρίσκεται μια από τις πιο όμορφες παραλίες της Κρήτης, η οποία έχει μήκος 4 χλμ. Από την παραλία μέχρι τους πρόποδες του όρους Σιδερώτα είναι ένας τεράστιος καλλιεργημένος ελαιώνας περίπου 60.000 δέντρων και αναρίθμη­τα δέντρα αυτοφυών χαρουπιών. Στην κοινότητα ανήκει και το χωριό Βρύσες. Η ονομασία του χωριού οφείλεται στη λέξη κούμια που δηλώνει τα χαμόσπιτα που έμεναν οι κάτοικοι κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας.

 

Η χρονολογία ίδρυσης του οικισμού είναι άγνωστη δεδομένου ότι καμιά έγκυρη πηγή δε διασώζεται, αλλά γνωρίζουμε μόνο ό,τι έσωσε η παράδοση. Έτσι ο οικισμός λέγεται ότι ιδρύθηκε στην ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, γύρω στο 1.000 μ.Χ. Πιθανότατα να ιδρύθηκε επί της εποχής του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος λέγεται ότι πέρασε και από το χωριό. Με την άποψη αυτή συμφωνούν και η ονομασία του οικισμού και οι σωζώμενες τοιχογραφίες της αρχαιότερης εκκλησίας του χωριού που εξετάστηκαν από τον βυζαντινολόγο, Παπαδάκη Νικόλαο, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και χρονολογούνται τον 10ο ή 11ο αιώνα.

 

Οι κάτοικοι αγωνίζονταν πάντα με γενναιότητα στους απελευθερωτικούς αγώνες της Κρήτης. Η παράδοση αναφέρει πολλά δεινά, τα οποία υπέστησαν με υπομονή κατά τους χρόνους της ακμής της πειρατείας. Οι Άραβες - Σαρακηνοί αποβιβάζονταν ανεμπόδιστα στα αφρούρητα παράλια του χωριού και προχωρούσαν λεηλατώντας και αρπάζοντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.

 

Σήμερα βρίσκουμε στο χωριό πολλούς κρυψώνες των Χριστιανών, οι οποίοι κατέφευγαν εκεί μετά τις επιδρομές για αρκετές μέρες.

 

Το ίδιο και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι ζούσαν μαρτυρικά, γιατί οι Τούρκοι, που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό, τους καταπίεζαν αφόρητα. Έτσι λάμβαναν με ευχαρίστηση μέρος σε κάθε επαναστατική πράξη εναντίον τους. Δυο απο τους επαναστάτες, ο Κων/νος Τσελεπάκης και ο Στυλιανός Μαρινάκης, αναδείχθηκαν επίοημα κι αναγνωρίσθηκαν από τη Γενική Συνέλευση Κρήτης για την οργάνωση της μεγάλης Κρητικής επανάστασης (1866- '69) ως οπλαρχηγοί της επαρχίας του Αγίου Βασιλείου.

 

Στην κεντρική πλατεία του χωριού στις 29-1-1867 έγινε συνέλευση πολλών Κρητών αρχηγών και οπλαρχηγών υπό την προεδρία του αρχηγού των επαναστατών, Μιχ. Κόρακα. Τότε οι συμμετέχοντες αποκήρυξαν τον γενικό αρχηγό Κρήτης της επανά­στασης 1866 - '69, Π. Κορωναίο. Λίγο αργότερα ανακάλεσαν την απόφαση τους για να μη δημιουργηθεί διχόνοια στην αρχή ακόμη της μεγαλειώδους εκείνης επανάστασης.

 

Στις 8-12-1868 έγινε στην περιφέρεια του χωριού η μάχη των Κουμιών στην οποία πολέμησαν 3.000 Κρήτες και εθελοντές. Ήταν μια μάχη επίμονη και πολύωρη αλλά κατέληξε σε ήττα των δικών μας δυνάμεων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Βασ. Ψιλάκη, αιχμαλωτίστικαν και έπεσαν στο πεδίο της μάχης γύρω στους 200 Κρητικούς.

 

Κατά την κατοχική περίοδο των Γερμανών συχνά πάρα πολλοί ένοπλοι σύμμαχοι κρύβονταν στο χωριό, αποφεύγοντας την αιχμαλωσία, ως ενδιάμεσο σταθμό τους πριν μεταβούν στην Αίγυπτο. Πολλοί Ακουμιανοί σύρθηκαν τότε σε καταναγκαστικά έργα από τους κατακτητές. Πρέπει να σημειωθεί ότι γερμανικό φυλάκιο ήταν εγκατεστημένο στα παράλια του χωριού και κατά περιόδους και στρατιωτικός σταθμός μέσα στο χωριό.

 

Οι ντόπιοι χαρακτηρίζονταν από παλιά για την έντονη θρησκευτικότητα τους. Στο χωριό υπάρχουν πολλοί ναοί με μεγαλύτερο ανάμεσα τους αυτόν της Κοίμησης της Θεοτόκου (1890). Λέγεται ότι για το χτίσιμο του Ναού αυτού, που κράτησε δέκα χρόνια, χρειάστηκαν 7 ασβεστοκαμίνια δηλ. πάνω από 200.000 κιλά ασβέστη.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Παναγία είναι η πολιούχος του χωριού και η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου γιορτάζεται πιο λαμπρά από οποιαδήποτε άλλη.

 

Επίσης υπάρχουν οι ναοί του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Τριάδας, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Παντελεήμονα, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Ονούφριου, του Αγίου Αντωνίου, της Ζωοδόχου Πηγής, του Αγίου Νικολάου, του Προφήτη Ηλία.

 

Επίσης στο χωριό υπάρχει η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (1389) με καλοδιατηρημένες τις εικόνες του ζεύγους των δωρητών με τις χαρακτηριστικές στολές των Κρητικών του 14ου αιώνα. Το όνομα του κτήτορα είναι παπα-Μιχαήλ Κουδουμνής και λοιποί «ων ο Κύριος οίδε τα ονόματα».

 

Το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου το έκτισε μετά την απελευθέρωση ο μοναχός Θεοδόσιος Δαμβακεράκης, κάτοικος του χωριού. Είναι κτισμένο σε δικό του κτήμα 6 χ.μ έξω από το χωριό. Περιλαμβάνει τις εκκλησίες του Αγίου Αντωνίου, του Αγίου Νεκταρίου και την Παναγία. Στην εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου υπάρχει εικόνισμα που απεικονίζονται όλοι οι Άγιοι. Είναι μεγάλων διαστάσεων και αποκτήθηκε με εράνους.

 

Δεν πρέπει να λησμονήσουμε ότι στο χωριό ασκήτευσε ο Άγιος Γεράσιμος και συγκεκριμένα στο Ναο του Αγίου Ονούφριου. Οι κάτοικοι με συγκίνηση διηγούνται περιστατικά από τη ζωη του Αγίου. Λένε ότι δύο άντρες οι οποίοι ενοχλούνταν από τη φήμη της ιερότητας του Αγίου Γέροντα, όπως αλλιώς λεγόταν, ξεκίνησαν από τα Σφακιά προκειμένου να τον σκοτώσουν. Εκείνος τους δέχθηκε φιλικότατα και τους περιποιήθηκε όπως έκανε σε όλους τους επισκέπτες αν και γνώριζε από τη θαυματουργική του διαίσθηση το σκοπό της επίσκεψης τους. Τους πρόσφερε νερό και ενώ έδινε το κύπελλο στον ένα το νερό μετατράπηκε σε αίμα. Τότε ο γέροντας εξήγησε στον μελλοντικό φονιά του ότι αυτό είναι το αίμα του αδερφού του που είχε σκοτώσει. Οι δυό άντρες εξεπλάγησαν και αφού ζήτησαν συγχώρεση, αποχώρησαν ντροπιασμένοι.

 

Λέγεται επίσης ότι κάποιος άλλος χωρικός που αμφισβήτησε την αγιότητα του μοναχού πήγε οτο μοναστήρι και κάρφωσε το δρεπάνι του επάνω στον τάφο του, οπότε ένιωσε μεγάλους πόνους στο αυτί του. Όταν έβγαλε το δρεπάνι σταμάτησε ο πόνος και προσκύνησε τον Άγιο Γέροντα.

 

Μετά απο το θανατά του, κάτοικοι από το χωριό Κεραμέ έκλεψαν τα οστά του και τα έκρυψαν για να μη τα βρουν οι Ακουμιανοί. Λέγεται ότι μετά από πολλές εξερευνήσεις τα οστά βρέθηκαν και επεστράφησαν στη θέση τους, παράπλευρα του ξωκλησιού του Αγίου Ονούφριου που ήταν η θέση τους. Ο Άγιος Γέροντας ασκήτευσε γύρω στο 1868.

 

Το χωριό ανέδειξε πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων και των επιστημών όπως ο Παπαδάκης Μιχ. (βουλευτής επι κρητικής πολιτείας),   Μουλακάκης Γεώργιος, Παπαδάκης Νικόλαος (αντιεισαγγελεύς), Σταματογιαννάκης Ιωάννης (δάσκαλος), Παπαδάκης Ιωάννης (ταγματάρχης).

 

Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η καλλιέργεια της ελιάς, των χαρουπιών και η κτηνοτροφία. Παλαιότερες οικογένειες είναι οι: Μαρινάκηδες, Παπαδάκηδες, Παναγιωτάκηδες.

Περιοχή: