Άι Μονας ή Αημονας Μυλοποτάμου, Ν. Ρεθύμνου

Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου, κτισμένο στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη. Βρίσκεται ανάμεσα στους λόφους Κεφάλα, Πλατούρα και Κρέβατο, απέχει 48 χμ. από το Ρέθυμνο, σε υψόμετρο 280 μ.

 

Για την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν τρεις πιθανές εκδοχές: Η πρώτη δέχεται ότι το χωριό πήρε το όνομα του από τον Άγιο Παντελεήμονα - Άι ...μονα. Πιθανόν να υπήρχε εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα γιατί βρέθηκε μια πλάκα που λέγεται ότι ήταν στην Αγία Τράπεζα της παλιάς εκκλησίας. Την πλάκα αυτή την τοποθέτησαν στην Αγία Τράπεζα της νέας εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονα. Μάλιστα οι κάτοικοι του χωριού υποστηρίζουν ότι κάποιος χωριανός είδε στον ύπνο του τον Άγιο Παντελεήμονα που του υπέδειξε το μέρος στο οποίο έπρεπε να σκάψουνε για να βρούνε την πλάκα της Αγίας Τράπεζας και το εικόνισμα του Αγίου. Αυτό είναι και η πιο πιθανή εκδοχή για την προέλευση του ονόματος του χωριού.

 

Μια δεύτερη εκδοχή δέχεται ότι το όνομα του το χωριό το οφείλει οτο ότι παλιά λατρευόταν ο Δίας Άμμωνας (Άμμων Ρα, όπως λατρευόταν στην Αίγυπτο). Αυτή η εκδοχή φαίνεται η πιο απίθανη. Αξίζει να υπαινιχθούμε και το μυθολογικό Αιμώνιο, γιο της άλλης αίγας Αμάλθειας, της οποίας το γάλα θήλασε ο Δίας στο Δικταίο άντρο.

 

Μια άλλη εκδοχή - σύμφωνα με τις δηλώσεις των χωριανών - είναι ότι πριν την Τουρκοκρατία ζούσε εδώ ένας μόνο κάτοικος, πιθανόν μοναχός, και από το αεί- μόνος, έδωσε το όνομα στο χωριό γι" αυτό και μπορεί να συναντηθεί και με τη γραφή Αειμονάς.

 

Το χωριό επί Τουρκοκρατίας καταλήφθηκε από τους Τούρκους, και εγκαταστάθηκε εδώ ένας αγάς. Υπάρχει μάλιστα και γειτονιά με το όνομα Αγαδικά.

 

Στην τοποθεσία Παπάκαμπος, λέγεται ότι βρέθηκε σκοτωμένος ένας Τούρκος. Όταν οι Τούρκοι έκαναν ανακρίσεις, οι Αϊμονήτες κράτησαν καλά το μυστικό τους, όμως Καμαριωθιανοί μαρτύρησαν στους Τούρκους ότι οι Αϊμονήτες τον σκότωσαν. Τότε ο αγάς, για τιμωρία των Αϊμονητών, τους πήρε όλα τα χωράφια και τα έδωσε στους Καμαριωθιανούς.

 

Το 1866 οι Τούρκοι έφυγαν από το χωριό γιατί φοβήθηκαν την εκδίκηση των Αϊμονητών και κατέφυγαν σ' ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο το Τσαλικάκι.Το χωριό καταλήφθηκε και από τους Γερμανούς οι οποίοι εκτέλεσαν δυο Αϊμονήτες. Αργότερα συνέλαβαν και άλλους, αλλά κάποιος Γερμανός λοχίας τους έσωσε την τελευταία στιγμή.

 

Στο χωριό υπάρχουν και αρκετά σπήλαια. Στη θέση Καμίνι υπάρχει ένα σπήλαιο με το όνομα Μαρμαρότρυπα, που έχει σταλαγμίτες και σταλακτίτες, ένα άλλο στη θέση Μακριά Χωράφια και στη θέση Παπαχάλευρο ακόμα ένα με το όνομα Περιστεριώνας. Είναι γεμάτο περιστέρια, γι' αυτό πήρε το όνομα Περιστεριώνας. Έχει βάθος δεκατέσσερα περίπου μ. και η αίθουσα του έχει έκταση ένα στρέμμα. Έχει και αυτό σταλακτίτες και σταλαγμίτες.

 

Σε απόσταση 60 μ. περίπου από το σπήλαιο Περιστεριώνας βρίσκεται μια τάφρος. Λέγεται ότι από κει έριξαν έναν πετεινό και βρέθηκε στο χωριό  Χώνος.

 

Στη θέση Τζαμπέλα κοντά σ’ ένα παλιό πηγάδι υπάρχει μια τρύπα όπου προσπάθησαν να την εξερευνήσουν, αλλά στάθηκε αδύνατο να προχωρήσουν. Σε απόσταση τετρακοσίων μέτρων απ' αυτήν την τρύπα υπάρχει μια άλλη που το χειμώνα βγάζει ζεστό αέρα και το καλοκαίρι κρύο.

 

Το χωριό το βρίσκουμε ως Ελλίμωνα στον Καστροφύλακα το 1583 με 53 άνδρες, 91 γυναίκες και 53 παιδιά και γέροντες. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας υπήρχαν μόνο 35 κάτοικοι ενώ δεν κατοίκησε ποτέ ούτε ένας τούρκος.

 

Σε επίσημη εφημερίδα της Κρητικής πολιτείας το 1900 υπήρχαν στο χωριό 106 άνδρες και 121 γυναίκες. Στην τελευταία απογραφή του 1981 το χωριό είχε 269 κατοίκους.

 

Παλαιότερες οικογένειες στο χωριό είναι οι Τερζάκηδες, Λιναρίτηδες, Σιγλέτοι, Παπαδάκηδες, Πάγκαλοι, Φλουρήδες, Τζεδάκηδες, Κοντογιάννηδες, Σαμολήδες.

 

Βόρεια του χωριού στη θέση Στέρνας Μουρί έχει βρεθεί αποθέτης Ελληνικών χρόνων με ειδώλια γυναικεία σταθερού τύπου του 5ου π.Χ. αιώνα.

 

Το χωριό επίσης βρίσκεται στο δρόμο προς το Ιδαίον 'Αντρον και είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν υπολείμματα αρχαιοτήτων καθώς οι άνθρωποι ξεκουράζονταν εκεί όταν πορεύονταν προς τα πάνω.

 

Στο Μουσείο Ηρακλείου υπάρχουν τυχαία ευρήματα που βρέθηκαν στην περιοχή του Σταυρού, τα Λακκιά, αρχαϊκά πλακίδια από την περιοχή Οφρυά. Επίσης εξαφανί­στηκαν ειδώλια που είχαν βρεθεί στην περιοχή Δολώνα. Στο σημείο, που καλείται «Στου Γιαννούλη», υπάρχει ένα βάραθρο με στενό στόμιο που, από ελεύθερες κουβέντες, λέγεται ότι βρέθηκε μικρό αγαλματάκι, νομίσματα ρωμαϊκής εποχής κ.α. Από μαρτυρία κάποιου Γερμανού στο σημείο Άγιο Ιωάννη του Δέτη υπήρχε μια Σαρκοφάγος και άλλα αρχαία αντικείμενα τα οποία μάλλον εξαφανίστηκαν από αρχαιοκάπηλους. Επίσης στη θέση Κούμος βρέθηκαν νομίσματα Αλεξανδρινής εποχής.

 

Επίσης στο σπήλαιο Κεφάλας, το οποίο λέγεται ότι κατοικήθηκε κατά την προϊστο­ρική περίοδο, βρέθηκαν νομίσματα μινωικής περιόδου. Κατά την Ελληνιστική περίο­δο πιστεύεται ότι κατοικήθηκαν οι περιοχές Αλωνάκι, Κούμη Κατσάβρες, Πεζούλες Τζαμπιάς σύμφωνα με υπολείμματα αρχαίων οικισμών. Δυστυχώς ακόμα στο χωριό δεν έχουν γίνει ανασκαφές.

 

Από την Ενετική περίοδο έχει βρεθεί ένα κτίσμα, ενώ η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου ανήκει στην ίδια περίοδο.

 

Μύθοι και δοξασίες ακούγονται συχνά από τα στόματα των ντόπιων, όπως άλλωστε και από τους περισσότερους κατοίκους της περιοχής του Μυλοποτάμου.

 

Η παράδοση αναφέρει ότι στην Αιμωνιώτικη κορφή στη θέση Φτερομάσκαλο υπάρχει πέτρινο σπιτάκι που λέγεται «σπίτι του Διγενή» και εκεί υπάρχει και το «σκαμνί του Διγενή».

 

Στα δύσκολα εκείνα χρόνια κάποιος Τερζάκης, που ακούγονταν και ως Τερζόπουλος, κατόρθωσε να σπουδάσει αστρονομία. Τα ίχνη του χάθηκαν στην Ανατολή. Ήταν γιος του Αναγνώστη Τερζάκη. Επίσης εκείνη την περίοδο ξεχώρισε ως άνθρωπος με προσωπικότητα η Αλυσάβη, αδελφή του Τερζογιάννη και του Τερζοκοκόλη. Η Αλυσάβη απήχθηκε το 1866 από τους Τούρκους, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Τεργέστη. Απόκτησε μεγάλα αξιώματα και ήταν από τις πλουσιότερες κυρίες της πόλης. Υπήρξε η πρέσβειρα του χωριού στην Ευρώπη.

 

Και κατά την περίοδο αυτή πολλοί από το χωριό πήραν μέρος στην αντίσταση. Γνωστός για την αγωνιστικότητα του ήταν Ιωάννης Τερζογιάννης, ο οποίος πολέμησε στην αρχή στο αλβανικό μέτωπο. Αργότερα μετά από Οδύσσεια 12 ημερών έφθασε στο Ρέθυμνο. Βρέθηκε μπροστά στη μάχη στη Λατσίνα πολεμώντας για τρεις μέρες και, αφού πήρε τον οπλισμό των Γερμανών, πήγε στον Ξεροπόταμο, όπου γινόταν άλλη μάχη. Από τις κακουχίες και τις στερήσεις πέθανε στα 36 του χρόνια.

Περιοχή: