Κρουσώνας Μαλεβιζίου, Ν. Ηρακλείου

Κείμενο: Μιχάλης Μακατουνάκης

Κωμόπολη και κοινότητα της επαρχίας Μαλεβιζίου. Βρίσκεται νοτιοδυτικά του Ηρακλείου, σε απόσταση 21 χμ. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω στους λόφους Πλάγια, Κούπος και Λειβαδιώτης. Έχει υψόμετρο 460 μ. και πληθυσμό, μαζί με τον οικισμό Κιθαρίδα και την μονή της Αγίας Ειρήνης, 2.950 κατοίκους που ασχολούνται με την γεωργία και την κτηνοτροφία.

Το τοπωνύμιο Κρουσώνας θεωρείται αρχαίο ελληνικό. Ωστόσο, άλλοι το ετυμολογούν από τη λέξη κούρσος - κρούσος η οποία συνδέεται με το ρήμα κουρσεύω (κυριεύω). Η λέξη κρούσος βρίσκεται και σήμερα σε χρήση στη φράση «κρούσος είναι το χωριό» δηλ. έρημο είναι το χωριό, όπως συνέβαινε μετά από τις επιδρομές των κουρσάρων.

Οι κάτοικοι αναφέρουν ότι η παλαιότερη ονομασία του χωριού ήταν Κυρία Γωνιά. Η ονομασία αυτή είχε σχέση με τη μορφολογική του θέση, η οποία σχημάτιζε γωνία. Ντόπιες εκδοχές υποστηρίζουν πως το όνομα Κρουσώνας προήλθε από το γεγονός ότι κάποτε το χωριό κυριεύτηκε από κουρσάρους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή. Μάλιστα το έλεγαν χαρακτηριστικά: «το χωριό των Κουρσάρων». Σύμφωνα πάλι με κάποια άλλη λαϊκή εκδοχή, το χωριό κτίστηκε από κουρσάρους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εδώ, φέρνοντας μαζί τους πολύτιμα λάφυρα που είχαν αποκομίσει από τις διάφορες επιδρομές τους.

Νότια του χωριού, στο λόφο Κούπος, σύμφωνα με τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών, υπήρχε μυκηναϊκός ή γεωμετρικός συνοικισμός. Πιστεύεται μάλιστα πως η νεκρούπολή του ήταν στη θέση Χοιρόμαντρες ή Πρινόρι. Οι κάτοικοι αναφέρουν ότι βρέθηκε στη θέση αυτή (λόφος Κούπος) νόμισμα που έφερε στη μία όψη του αχαϊκή κεφαλή και στην άλλη την επιγραφή Κουρσιαίο Φοιλονίδα.

Πιστεύεται ακόμα ότι υπήρχε στην περιοχή οικισμός με το όνομα Κρουσών, στον οποίο λατρευόταν ο θεός Διόνυσος.

Λαϊκές παραδόσεις αναφέρουν ότι κάποτε ήρθαν στην περιοχή οι Κουκουρίτες (Μυλοποταμίτες) και προξένησαν καταστροφές στο χωριό. Σύμφωνα με άλλες λαϊκές μαρτυρίες, οι κάτοικοι αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν συχνά το χωριό τους, άλλοτε
εξαιτίας της ανομβρίας που επικρατούσε στην περιοχή και άλλοτε εξαιτίας ενός φοβερού σμήνους σφιγγών που αποτελούσε μεγάλο κίνδυνο για τους ανθρώπους. Ένα άλλο γεγονός που καθιστούσε το χωριό αυτό επισφαλή, ήταν οι σβούροι που κυκλοφορούσαν ελεύθεροι και δάγκωναν επικίνδυνα.

Σχετικά με το σμήνος σφιγγών που μάστιζε την περιοχή υπάρχει μία αναφορά του Ησυχίου ότι σφίγγες «χαλκοειδείς» σε σμήνη κατέκλυσαν τον Ραύκο (Άγιο Μύρωνα). Το γεγονός έχει σχέση και με τον Κρουσώνα, γιατί τα δύο χωριά ήταν γειτονικά. Οι κάτοικοι του Κρουσώνα, όπως και άλλοι των γύρω χωριών, όταν κινδύνευαν από τους λόγους που προαναφέραμε εγκατέλειπαν τα χωριά τους και
δημιουργούσαν νέους οικισμούς.

Όπως μας πληροφορούν οι κάτοικοι, στην περιοχή γύρω από το χωριό, υπάρχουν τοπωνύμια με αρχαίες ελληνικές ονομασίες. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Μίνωας όταν πήγαινε στο Ιδαίον Άντρο πέρασε από τον Κρουσώνα. Σύμφωνα πάλι με πληροφορίες των κατοίκων, κατά τη θεμελίωση κάποιου σπιτιού, βρέθηκε στο χωριό ένα πολύ μεγάλο άγαλμα ταύρου, από το οποίο σήμερα σώζεται μόνο ένα πόδι, το οποίο βρίσκεται στο Μουσείο Ηρακλείου. Ακόμα λέγεται, ότι οι κάτοικοι όταν ορκιζόταν παλιά, έλεγαν χαρακτηριστικά: «μα του Ζα». Έτσι έλεγαν τον Δία στην περιοχή. Άλλη χαρακτηριστική παραλλαγή του όρκου ήταν «Ζαφάσκα κάτεχε».

Όπως πιστεύουν οι κάτοικοι, το χωριό υπήρχε από τον 10ο αιώνα ή και νωρίτερα. Στην περιοχή βρίσκεται και η παλιά εκκλησία Παναγιά η Κερά, η οποία χρονολογείται τον 10ο -12ο αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Νικ. Φωκάς κατασκεύασε στο χωριό την περίφημη βασιλική στέρνα.

Η πρώτη επίσημη παρουσία του χωριού σε έγγραφο είναι το 1280, όπου αναφέρεται: lohannes Armachy habitor in Casali Cunsiona…(Ιωάννης Αρμάκης, κάτοικος Κρουσώνας…). Το 1341 (πληροφορία των κατοίκων), ήταν φέουδο του Βενετσάνου άρχοντα Μάρκου Ιουστινιανού. Το 1583 αναφέρεται στον «Καστροφύλακα» ως Crussona με 262 κατοίκους.

Σύμφωνα με διηγήσεις των κατοίκων, βρέθηκε στη Βενετία κατάσταση με ονόματα κατοίκων του Κρουσώνα, οι οποίοι μετείχαν σε αγγαρείες, κατά το κτίσιμο του Κάστρου του Ηρακλείου. Στην περιοχή επί Ενετοκρατίας υπήρχαν φρούρια, καστέλια, πατητήρια κρασιού κ.λ.π.

Την εποχή που οι τούρκοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τη Μεγαλόνησο, το 1645- 1646, έγινε στον Κρουσώνα μεγάλη σφαγή και συγκεκριμένα στην τοποθεσία Καράμερα. Αποκεφαλίστηκαν πολλοί Χριστιανοί και οι κεφαλές τους περιφέρονταν στα γύρω χωριά. Σχετικό είναι το παρακάτω τραγούδι:
«Βάλετε στο τραπέζι σας ένα κρασί να πιούμε
να φάμε να γλεντήσουμε να σας εδιηγηθούμε.
Την εποχή απ’ ήρθανε οι Τούρκοι εις την Κρήτη
π’ ορφάνεψε ο τόπος μας και κλαίει ο Ψηλορείτης

Ήταν γλυκά χαράματα που ξέφεγγε η μέρα
Τούρκοι νταλντήσαν στο χωριό, σφάξαν στο Καραμέρα
Εις το χωριό νταλντήσανε Τούρκοι μα λυσσασμένοι
και φέρανε το χαλασμό οι καταφρονεμένοι….
Και μεσ’ τ’ αλώνι που ήτανε εκατόνε μαζωμένα
πιάσαν οι σκύλοι σφάξαντα όλα σ’ ένα αίμα»

Μετά το γεγονός αυτό, οι κάτοικοι του χωριού αντιδρούσαν επανειλημμένα στις απαιτήσεις των Τούρκων. Αρνήθηκαν να πληρώσουν τους περίφημους τούρκικους φόρους. Ωστόσο οι Τούρκοι δεν το έβαλαν εύκολα κάτω. Αποφάσισαν να επιβάλλουν τους φόρους, βάζοντας σε ενέργεια το στρατό τους. Το πληροφορήθηκαν όμως οι κάτοικοι και έστησαν ενέδρα έξω από το χωριό, όπου επιτέθηκαν και κατατρόπωσαν τα τούρκικα στρατεύματα.

Μετά απ’ αυτό, και επειδή ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί η κατάκτηση της Κρήτης, οι Τούρκοι αποφάσισαν να ενεργήσουν με διπλωματία. Ρώτησαν λοιπόν ποιες απαιτήσεις προβάλλουν οι κάτοικοι του Κρουσώνα και εκείνοι τους απάντησαν ότι δεν δεχόταν να πληρώνουν φόρους, δεν δεχόταν να εγκατασταθούν στο χωριό Τούρκοι και απαιτούσαν να διοικούν μόνο Χριστιανοί την περιοχή.

Τα αιτήματα έγιναν όλα αποδεκτά με φιρμάνι του 1647, το οποίο χαρακτήριζε τον Κρουσώνα ως βακούφικο χωριό, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να συντηρεί το τζαμί της Σουλτάνας Ιμπραχήμ.

Από το χρόνο αυτό ως το 1750 δεν κατοίκησε κανένας Τούρκος στο χωριό. Το 1750 όπως, επειδή οι κάτοικοι προξενούσαν πολλές ενοχλήσεις στους Τούρκους της περιοχής, εγκαταστάθηκε στον Κρουσώνα Τούρκος μπέης ως τοποτηρητής. Μέχρι το 1821 κατοικούσαν εδώ δεκαπέντε περίπου τούρκικες οικογένειες, οι οποίες σφάχτηκαν στην επανάσταση του 1821.

Από το 1821 μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης κανένας Τούρκος δεν κατοίκησε στο χωριό. Το 1834, το χωριό είχε εκατόν σαράντα χριστιανικές οικογένειες.

Κατά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1777-1779, όσοι άνδρες αποδράσαν από τα Σφακιά μαζί με το Σφακιανό Πρωτόπαπα κρύφτηκαν στον Κρουσώνα. Αυτούς περιέθαλπαν και συντηρούσαν οι κάτοικοι του χωριού με επικεφαλής τον Βαρδαλαχοπατέρα, ο οποίος και τους φυγάδευσε, όταν οι Τούρκοι αντιλήφθησαν το κρησφύγετό τους στη Γέργερη. Στο δρόμο όμως πέθανε ο Πρωτόπαπας, ο οποίος μάλιστα θάφτηκε στη περιοχή που ονομάζεται σήμερα του Παπά ο Λάκκος. Τα οστά του βρίσκονται στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους.

Γύρω στο 1800 δημιουργείται στον Κρουσώνα ο πρώτος πυρήνας αυτών που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα επαναστάσεις. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι το 1818, ανήμερα του Πάσχα, ένα τουρκόπουλο, από τις λίγες οικογένειες που
ζούσαν στον Κρουσώνα, σκότωσε ένα χριστιανόπουλο για λόγους αντιζηλίας. Οι κάτοικοι εξοργισμένοι καταδίωξαν το φονιά, που είχε καταφύγει στο Πενταμόδι. Επακολούθησε μάχη κατά την οποία νίκησαν οι Χριστιανοί, και ανάγκασαν τους Τούρκους να μεταφερθούν στον Ψηλορείτη, όπου και τους κατέσφαξαν.

Κατά τη διάρκεια της τραγικής αυτής σφαγής, οι Χριστιανοί έκπληκτοι είδαν ένα παιδάκι στην αγκαλιά ενός αποκεφαλισμένου Τούρκου. Τρομαγμένοι αποφάσισαν να σταματήσουν τη σφαγή. Το παιδάκι αυτό ήταν ο μετέπειτα περίφημος Μουλάς Ντεμίρ, που αποτελούσε το φόβο και τον τρόμο των Χριστιανών, κυρίως μάλιστα των κατοίκων του Κρουσώνα.

Κατά την επανάσταση του 1821 στον Κρουσώνα δημιουργήθηκε σώμα από τριακόσιους άντρες με επικεφαλής το Μακατουνομανώλη και το Γιώργο Γιαμαλλή, οι οποίοι έλαβαν ενεργά μέρος σ’ αυτήν. Λέγεται πως όταν έκαναν επιδρομές οι Τούρκοι στη περιοχή, πολλές φορές έμεναν το βράδυ στο χωριό και διασκέδαζαν, εκμεταλλευόμενοι τις κοπέλες του χωριού. Το γεγονός αυτό έγινε γνωστό στους επαναστάτες που είχαν καταφύγει στο βουνό Κουδούνι, πράγμα που τους εξόργισε και αποφάσισαν να δώσουν τέρμα στις ασυδοσίες και ντροπές των Τούρκων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αυγενική, της οποίας οι κάτοικοι αγανάκτησαν και ειδοποίησαν το σώμα Μακατουνομανώλη και Γιαμαλλή.

Αυτοί, κατέβηκαν λοιπόν κάποιο βράδυ στο χωριό και ανακοίνωσαν στους Τούρκους πως στο εξής θα υπήρχε ομόνοια μεταξύ τους. Σαν επικύρωση της συμφωνίας αυτής παρακάθισαν σε γλέντι Τούρκοι και Χριστιανοί μαζί. Στη διάρκεια του γλεντιού καθένας από τους Έλληνες καπετάνιους έβγαλε το μαχαίρι του και την κατάλληλη στιγμή επιτέθηκαν όλοι μαζί και τους συνέλαβαν. Στη συνέχεια, τους οδήγησαν στο κουδούνι και τους κατάσφαξαν. Για την τρομερή αυτή νύκτα της σφαγής έχει γραφεί και η μαντινάδα.

«Σήκω να πιάσεις το χορό Μανώλη Μακατούνη
και τ’ αποξημερώματα να βγούμε στο Κουδούνι»

Από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία του Κρουσώνα και που μένει ανεξίτηλο στις μνήμες των κατοίκων μέχρι και σήμερα, είναι το κάψιμο τριακοσίων Τουρκαλβανών στην εκκλησία του Άγιου Χαραλάμπους. Οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει και εγκλωβίσει τους Τούρκους μέσα στο χωριό, οι οποίοι για να γλιτώσουν κατάφυγαν στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, παίρνοντας παράλληλα σαν όμηρο το μοναχογιό του προκρίτου του χωριού απειλώντας να τον σκοτώσουν.

Οι επαναστάτες, μετά από απόφαση που πήραν και με συγκατάθεση του πατέρα, ο οποίος είπε και τη φράση «αφού είναι γραφτό ντου να ποθάνει απού νταδά για την πατρίδα ας ποθάνει», άνοιξαν τρύπα πάνω από τη στέγη του ναού και τους έριξαν εύφλεκτες ύλες. Αποτέλεσμα, άλλοι να καούν και άλλοι να αναγκαστούν να εξορμήσουν για να γλιτώσουν από τη φωτιά και τον καπνό. Εκεί, τους
περίμεναν οι επαναστάτες και τους αποτελείωσαν. Το δε νεαρό ‘Τζουνιά, κατά άλλους ‘Κριτσωτάκη’, τον βρήκαν αποκεφαλισμένο κάτω από την Αγία Τράπεζα.

Τον Ιούνιο του 1822 στη θέση Κρουσανιώτικο φαράγγι, έγινε μεγάλη μάχη μεταξύ των οπλαρχηγών Κουρμούλη, Βουρδούμπα,  Δεληγιάννη κ.ά. και του Χασάν Πασά. Σκοτώθηκαν περίπου τετρακόσιοι Τούρκοι. Σαν εκδίκηση οι Τούρκοι κατέκαψαν το χωριό και κατέσφαξαν τους καλόγερους της μονής της Αγίας Ειρήνης.

Κατά την επανάσταση του Μαυρογένη, το 1858, οι κάτοικοι του Κρουσώνα είχαν αξιόλογη συμμετοχή και παρουσίασαν αξιόλογη δράση. Το 1866 επίσης, το χωριό, με νέους καπετάνιους (Μανδροκωνσταντής, Βαμβουκομανώλης, Τζουλιαδοδράκος κ.ά.), παίζει σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. Οι Τούρκοι το έκαψαν και κατέστρεψαν τις εκκλησίες του για μια ακόμα φορά.

Φυσικά, οι κάτοικοι έλαβαν μέρος και στην επανάσταση του 1878-1879. Σ’ αυτήν έδρασαν ως καπετάνιοι οι Βαμβουκογιάννης και Μακατουνανδρέας. Όσον αφορά την τελευταία επανάσταση του προηγούμενου αιώνα στην Κρήτη, οι κάτοικοι είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες καιρό πριν. Ο Μακατουνανδρέας πήγε στην Αθήνα για να φέρει από εκεί όπλα. Επίσης, οι αδελφοί Ξυλούρη μετέφεραν όπλα από το Παλαιόκαστρο, τα οποία όμως παραδόθηκαν τελικά στους Τούρκους. Γι’ αυτό, αναγκάστηκαν να μεταβούν πάλι στο Παλαιόκαστρο, για να αγοράσουν καινούργια. Κατά την επιστροφή τους προς τον Κρουσώνα, συνάντησαν Τούρκους με τους οποίους και συνεπλάκησαν. Η συμπλοκή αυτή έγινε με σκοπό να δοθεί χρόνος στους άντρες που οδηγούσαν τα φορτωμένα ζώα ν’ απομακρυνθούν και να φθάσουν στον Κρουσώνα σώοι και χωρίς απώλειες.

Οι κάτοικοι δεν υπερασπίστηκαν μόνο το χωριό τους, αλλά έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες όπως: Ξύπετρα, στο Σπανού Μετόχι, στα Γιοφυράκια, στα Σταυράκια, στον Αλμυρό, κ.λ.π.

Στους αγώνες αυτούς διακρίνονταν πάντοτε για την ανδρεία τους και αρκετοί θυσιάστηκαν για το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας. Οι μάχες αυτές έγιναν τραγούδια στο στόμα του λαού, όπως:

Βαρούχας επολέμαγε πάνω απ’ τη Φουντάνα
και στον Κρουσώνα έπεμψε ντελόγο ένα γράμμα
Τούρκοι μας ετυλίξανε πολλοί το γράμμα λέει
και νάρχετε αγλήγορα ζάρενε στο Καστέλι.
Ντέλογο ξεκινήσανε 300 αρματωμένοι
και παν να πολεμήσουνε εις το Κανλί Καστέλι
Και όταν εξεπροβάλανε στις ξερολιάς τ’ αρμάκι
Τούρκους θεωρούνε να γλακούν οθέ του Τσαγκαράκη
και την προσκοίδα στέσανε όξω απ’ τσι Μαλάδες
και πέντε πέφτανε οι Τούρκοι απ’ τσι φοράδες.
Νοίχτε τις πόρτες γρήγορα μέσα να μπει τ’ ασκέρι
πως εγυρίσαν οι καιροί σε τούτο το σεφέρι.
Και μια χανούμ ερώτανε εις την χανιώ την πόρτα
μπας κι είδανε τον μουσταφά που πολεμά στην Ρόκα
μα βαλαχί και μπιλαχί τον είδα σκοτωμένο
απάνω σ’ ένα τρόχατο τον είδα ξαπλωμένο.
Και άλλη μία ερώτανε μπα είδαν τον Ισάνη
μας μεις σου τον αφήσαμε στη φοινικιά το χάνι
φαίνεται κάμαν οι ρωμιοί ετούτο το τερτίπι
να ξολοθρέψουν την Τουρκιά απ’ το νησί της Κρήτης.

Αρχικά, ο Κρουσώνας δεν μετείχε στην επανάσταση της Θερίσου. Αργότερα όμως, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων τάχτηκε στο πλευρό του Βενιζέλου. Πολλοί έλαβαν μέρος και στο Μακεδονικό Αγώνα.

Πριν ακόμα γίνει η απόβαση των γερμανών στην Κρήτη, οι κάτοικοι του χωριού είχαν προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Λέγεται ότι παρατάχθηκαν στον Κρουσώνα, κάτω από την ηγεσία του Αντώνη Γρηγοράκη ή Σατανά και αφού οπλίστηκαν, προχώρησαν στο Γάζι και σε άλλα σημεία του Ηρακλείου. Έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, όπου θυσιάστηκαν αρκετοί.

Πολιούχος του χωριού είναι ο Άγιος Χαράλαμπος, ο ναός του οποίου έχει ταυτιστεί με την τοπική ιστορία. Σε αυτόν το ναό γίνονταν όλες η δοξολογίες για επαναστάσεις και κινήματα, μέσα στον οποίο, όπως αναφέραμε και παραπάνω, έλαβε χώρα το κάψιμο των τριακοσίων Τουρκαλβανών. Στην είσοδο και αριστερά του ναού έχει τοποθετηθεί μαρμάρινη πλάκα που αναφέρεται στο γεγονός. Μία από της σημαντικότερες εκκλησίες είναι η Παναγία η Κερά, η οποία είναι και η παλαιότερη από τις εκκλησίες του χωριού. Έχει κτιστεί στη δεύτερη βυζαντινή περίοδο και έχει ρυθμό βασιλικής – στο δε καμπαναριό της είχε τοποθετηθεί μια καμπάνα φημισμένη για τον ήχο της – και ήταν αφιέρωμα Ρωσίδας πριγκίπισσας στη χάρη της. Μέσα στο χωριό, υπάρχει επίσης η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Θαυματουργού, του οποίου το προσκυνητάρι είναι πέτρινο σκαλιστό και λέγεται μάλιστα πως προέρχεται από τις αραβικές χώρες. Ο Άγιος Γεώργιος έχει συνδεθεί στενά με τη λατρεία των Κρουσανιωτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι δεν υπάρχει οικογένεια στο χωριό που να μην έχει ένα μέλος με το όνομα Γιώργος, Γεωργία.

Άλλες σημαντικές εκκλησίες είναι η δίκλιτη της Κοίμησης της Θεοτόκου και των Εισοδίων και η Παναγιά η Πολέμισσα, η οποία έλαβε το όνομά της από το γεγονός ότι υπήρξε έδρα πολεμικών συμβουλίων. Στο χώρο της εκκλησίας αυτής έλαβε χώρα το εξής παράδοξο. Την περίοδο της γερμανικής Κατοχής το 1941-1942 και ενώ λειτουργούσε η σημερινή Ηγουμένη της μονής της Αγίας Ειρήνης με τον ιερέα Γ. Βεργετάκη, τη στιγμή που μετέφερε τα Άχραντα Μυστήρια στην Αγία Τράπεζα, το δισκοπότηρο αναποδογυρίστηκε από μόνο του και χύθηκαν τα Μυστήρια. Αμέσως, ο ιερέας παρατήρησε με θαυμασμό έναν μικρό λευκό όγκο να σπινθηρίζει, χωρίς να καίγεται, πάνω στην Αγία Τράπεζα. Τέλος, στην πλατεία του χωριού, επονομαζόμενη και ως Ντάμπασης, βρίσκεται ο καθεδρικός ναός της Αγίας Τριάδας που είναι και ο μεγαλύτερος του χωριού. Γύρω από την περιοχή του χωριού υπάρχουν τριάντα περίπου εξωμονάστηρα με χαρακτηριστικότερα και γραφικότερα αυτά του Αϊ Γιάννη του Ψηλού, του Άγιου Στυλιανού στο Πουρναρόδασος, του Μιχαήλ Αρχάγγελου, του Αϊ Γιάννη στο Πρινόρι και τέλος το γραφικό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στον Κούπο.

Πάνω στο χωριό, στους πρόποδες του Γούρνου, βρίσκεται η μονή της Αγίας Ειρήνης. Η Μονή Αγίας Ειρήνης είναι κοινοβιακή μονή καλογριών και υπάγεται στην Κοινότητα Κρουσώνα. Είναι κτισμένη στο ύψωμα Γούρνος σε υψόμετρο 700 μ. Σήμερα έχει είκοσι καλόγριες.

Όπως μας πληροφορούν οι κάτοικοι, η μονή χρονολογείται από το 650 μ.Χ. Από τότε μέχρι σήμερα έχει αναστηλωθεί τέσσερις φορές. Η τελευταία ανοικοδόμηση έγινε το 1944. Κατά την Τουρκοκρατία, η μονή κατοικείτο από μοναχούς. Μετά από κάποια σφαγή 70 Τούρκων στον Κρουσώνα, οι Τούρκοι αποφάσισαν να εκδικηθούν. Κατέστρεψαν λοιπόν τη μονή και κατάσφαξαν τους μοναχούς και τον ηγούμενο Ακάκιο. Από τότε και μέχρι το 1944, η μονή ήταν εγκαταλελειμμένη.

Λαϊκές μαρτυρίες αναφέρουν ότι κατά το 1928 η ηγουμένη οραματίστηκε το εξής θαυμαστό: Βρισκόταν στην είσοδο του μοναστηριού, όταν την πλησίασε κάποια μοναχή με καλυμμένο πρόσωπο, την ευλόγησε και προσπερνώντας την, κατευθύνθηκε στον ηγούμενο, βγάζοντας από την τσέπη της ένα κλειδί ακριβώς όμοιο μ’ αυτό που διέθετε αποκλειστικά η ηγουμένη. Το γεγονός προκάλεσε απορίες στην τελευταία, η οποία έτρεξε αμέσως στο γραφείο του ηγούμενου. Εκεί παρατηρώντας προσεκτικά τη μοναχή, αντιλήφθηκε με έκπληξη ότι επρόκειτο για την Αγία Ειρήνη, η οποία ξαφνικά τυλίχθηκε από λευκό σύννεφο και εξαφανίστηκε.

Η μονή ανοικοδομήθηκε το 1944, χάρη στο ενδιαφέρον του εφημέριου του Κρουσώνα παπα Δημήτρη Φασουλάκη και των κατοίκων. Έτσι, μετά τον τελευταίο πόλεμο, ανοικοδομήθηκαν, το καθολικό της μονής, που είναι αφιερωμένο στην Αγία Ειρήνη και την Κοίμηση της Θεοτόκου και δύο κελιά, όπου εγκαταστάθηκαν οι πρώτες μοναχές.

Σήμερα το μοναστήρι, με την αξιόλογη δραστηριότητα της Ηγουμένης, παρουσιάζεται στο σύνολό του άριστα οργανωμένο ενώ φιλοξενία των καλογραιών είναι χαρακτηριστική.

Ο Κρουσώνας, όντας πια δήμος, ένας από τους πολλούς που δημιουργήθηκαν με το σχέδιο Καποδίστριας, εκτός του χωριού Κηθαρίδας περιλαμβάνει τα χωριά Σάρχος, Λουτράκι και Κορφές, με συνολικό πληθυσμό 4.060 κατοίκους. Διαθέτει Γυμνάσιο, Λύκειο, δυο Δημοτικά σχολεία, νηπιαγωγείο, παιδικό σταθμό, σταθμό χωροφυλακής, Κ.Α.Π.Η., αγροτικό ιατρείο, αγροτικό συνεταιρισμό, ποδοσφαιρικό αθλητικό σωματείο, τον Π.Α.Ο.Κ. Κρουσώνα και τέλος, τον πολιτιστικό σύλλογο ‘Νέα Γενιά’, η δράση του οποίου έχει σημαδέψει την κοινωνία του χωριού. Μια σειρά από τις σημαντικότερες δραστηριότητες του συλλόγου είναι η δημιουργία και η
οργάνωση τμημάτων εκμάθησης κρητικών παραδοσιακών χορών υπό την επίβλεψη του χοροδιδασκάλου Φαραζάκη Κωνσταντίνου, η διοργάνωση και παρουσίαση θεατρικών παραστάσεων, εκθέσεων ζωγραφικής, φιλολογικών συμποσίων, καθώς επίσης και ιατρικών ενημερωτικών διαλέξεων.

Ο πολιτιστικός σύλλογος έχει επίσης την ευθύνη της οργάνωσης και παρουσίασης των εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα κάθε καλοκαίρι στην πλατεία του χωριού, καθώς επίσης και εκδηλώσεων που σχετίζονται με την τοπική ιστορία του χωριού και γενικά με την ελληνική ιστορία (μάχη της Κρήτης, 28η Οκτωβρίου, 25η Μαρτίου, 17 Νοέμβρίου). Σημαντική είναι επίσης η συμβολή και η συμμετοχή του στην οργάνωση του Κρουσανιώτικου καρναβαλιού. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο πολιτιστικός σύλλογος ‘Νέα Γενιά’, με πρόεδρο το Δημήτρη Φαλιακάκη, έχει προχωρήσει σε μια ανανέωση των μελών του συλλόγου, πραγματοποιώντας νέες εγγραφές από τη νεολαία των σχολείων, έχοντας ως κύριο στόχο να φέρει σε επαφή το παλιό με το καινούργιο. Στην προσπάθεια αυτή να δώσει ένα νέο στίγμα στην κοινωνία του χωριού, σπουδαίο ρόλο επιτελεί και η έκδοση της διμηνιαίας εφημερίδας του συλλόγου με την ονομασία Κρουσανιώτικος Λόγος. Ο Κρουσανιώτικος Λόγος, σκέψη και δημιούργημα του συμβουλίου του συλλόγου, με αρχισυντάκτη το Νικόλαο Κατσαλάκη, αρθρογράφο τον ιστορικό και συγγραφέα Γεώργιο Ξυλούρη και συνεργάτες τον Μιχαήλ Μακατουνάκη, Γεώργιο Λαμπρινίδη, Θέμη Σιγανάκη, Γεώργιο Τζωράκη και Μανώλη Βαλτζάκη, προσπαθεί να συμβάλλει στην αφύπνιση
και δημιουργία μιας νέας πνευματικής πραγματικότητας που θα χαρακτηρίζει τη σύγχρονη τοπική κοινωνία του Κρουσώνα στο γενικό χάρτη της περιφέρειας του νομού Ηρακλείου, όπως αυτός διαμορφώνεται.

Άρθρο στο Περιοδικό του Οικουμενικού Ελληνισμού 5+1

Βιβλιογραφία:
1. Ιστορία της Κρήτης, Εκδόσεις Ελληνική Εθνική Γραμμή
2. Ιστορικές Αναφορές, Ξυλούρης Γεώργιος

Περιοχή: